αντίδι

Φυτό ποώδες της οικογένειας των συνθέτων. Τα παράρριζά του σχηματίζουν σφαιρικό ρόδακα από το κέντρο του οποίου αναπτύσσεται ο ανθοφόρος βλαστός ύψους μέχρι 1 μ., με άνθη κυανά ή λευκά. Κατάγεται από τη μεσογειακή ζώνη, ή ίσως και από την Ινδία, και καλλιεργείται αποκλειστικά ως σαλατικό ή για γαρνίρισμα φαγητών. To εδώδιμο μέρος του φυτού είναι ο ρόδακας των φύλλων, που αναπτύσσεται κοντά στο έδαφος και κόβεται προτού αναπτυχθεί ο ανθοφόρος βλαστός. Τα α. που καλλιεργούνται σε λαχανοκομικές ποικιλίες είναι πάρα πολλά. Μία ομάδα από αυτά έχει φύλλα πολυσχιδή, κατσαρά, που χαρακτηρίζουν τους διάφορους τύπους του κατσαρού α., και μία άλλη έχει φύλλα πλατιά, σχεδόν ακέραια ή αβαθώς οδοντωτά που χαρακτηρίζουν τους τύπους του πλατύφυλλου α. (σκαρόλα). Τα α. αναπτύσσονται γρήγορα και γι’ αυτό καλλιεργούνται μαζί με άλλα λαχανικά που αναπτύσσονται πιο αργά. Η σπορά γίνεται συνήθως νωρίς την άνοιξη, με ή χωρίς μεταφύτευση. Το αντίδι καλλιεργείται ως σαλατικό. Το εδώδιμο τμήμα του είναι ο ρόδακας των φύλλων που βρίσκεται κοντά στο έδαφος.
* * *
το (Μ ἀντίδιον και ἀντίδιν)
κοινή ονομασία είδους τού φυτού κιχόριο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εντύβιον < έντυβον < λατ. intubus «είδος λαχανικού»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντίδι — το λαχανικό που ανήκει στην τάξη σύνθετα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κιχόριο — ή κιχώριο το (Α κιχόριον) γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που, σύμφωνα με τη σημερινή ταξινόμηση, ανήκει στην τάξη αστερώδη, οικογένεια σύνθετα και περιλαμβάνει σημαντικά από οικονομική άποψη είδη, όπως είναι τα γνωστά με τις κοινές ονομασίες …   Dictionary of Greek

  • ίντυβο — το (Μ ἰντύβιν) ο ίντυβος, το αντίδι. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ίντυβος] …   Dictionary of Greek

  • ίντυβος — ο (ΑΜ ἴντυβος, Α και ἴντουβος) βοτ. το αντίδι, είδος φυτού τού γένους κιχώριο. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ίντυβος (ή ίντυβο ή έντυβον) αποτελεί δάνεια λ. από τη λατ. intubus, που κι αυτή πρέπει να είναι δάνειο από κάποια σημιτική γλώσσα] …   Dictionary of Greek

  • εντύβιον — και έντυβον και ίντυβον, το, και ίντυβος, ο (σε όλους τους τύπους υπάρχει και γραφή με ι αντί υ) βοτ. το φυτό που ονομάζεται κν. αντίδι …   Dictionary of Greek

  • ιντυβολάχανον — ἰντυβολάχανον, τὸ (Α) βοτ. ο ίντυβος, το αντίδι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ίντυβος + λάχανον] …   Dictionary of Greek

  • κιχώριο — (Cichorium). Γένος φυτών της οικογένειας των συνθέτων. Τα φυτά αυτά συναντώνται με πολλές κοινές ονομασίες, λόγω του μεγάλου αριθμού ποικιλιών. Δεν είναι εντυπωσιακά· τα κεφάλια των ανθών τους, ωστόσο, έχουν ωραίο γαλάζιο χρώμα, αν και υπάρχουν… …   Dictionary of Greek

  • ραδίκι — Κοινή ονομασία αρκετών ποικιλιών φυτών του γένους κιχώριο (τσικούρι) της οικογένειας των συνθέτων. Κυρίως όμως ρ. ονομάζεται το κιχώριο το ίντυβο, το γνωστό άγριο Ρ., κοινό σε όλη την Ελλάδα· έχει ρίζα κυλινδρική και φύλλα επιμήκη, λογχοειδή… …   Dictionary of Greek

  • Σύνθετα ή Κομπόζιτα — Μεγάλη οικογένεια φυτών της τάξης των καμπανουλιδών (δικοτυλήδονα), η οποία περιλαμβάνει κυρίως πόες, που χαρακτηρίζονται από ταξιανθίες κεφάλια. Κάθε κεφάλι αποτελείται από πλήθος ανθίδια, ενωμένα πάνω σε μια δισκοειδή, θολωτή ή κωνική ανθοδόχη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.